You are currently viewing Orange Goblin/Lucky Funeral/Aspen

Orange Goblin/Lucky Funeral/Aspen


Πέμπτη βράδυ, μόλις μπήκε ο μήνας Οκτώβριος και η θερμοκρασία δεν λέει να πέσει στα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα (όπως θα έλεγε και ένας μετεωρολόγος). Καλά νέα για όσους – καλή ώρα –δεν ηδονίζονται ακριβώς με καιρικά φαινόμενα όπως κρύο, χιόνια, βροχές, κακά νέα όμως όταν πρόκειται να τελεστεί συναυλία στο φιλόξενο κατά τα άλλα Αν Club. Μπαίνοντας στο χώρο της συναυλίας με καλωσόρισε το ανοιχτό κλιματιστικό, του οποίου η λειτουργία δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ, αλλά η αποστολή του να κρατήσει αξιοπρεπείς συνθήκες μέσα στο venue εξετελέσθη με επιτυχία. Σαν να σας ακούω να λέτε τώρα οι πιο σκληροπυρηνικοί: «Καλά, εδώ ήρθαν οι Orange Goblin για live και εσύ θες να τους δεις και κυριλέ;»

Πριν το main event, ήταν απαραίτητο να ακολουθηθεί το πρωτόκολλο και να προηγηθούν δύο συγκροτήματα. Αρχικά ανέβηκαν στη σκηνή οι Πορτογάλοι Aspen, οι οποίοι ευχαριστήθηκαν την εμφάνισή τους όπως μαρτυρούσαν τα βλέμματα και ο ενθουσιασμός τους όταν μιλούσαν στο κοινό. Σημαία του τρίο, η οργανική μουσική που περνούσε μία βόλτα από όλα τα heavy μουσικά είδη που προήλθαν έμμεσα ή άμεσα από τους Black Sabbath: stoner, doom, sludge, πείτε τα όπως θέλετε και προσθέστε και άλλα. Υπό κανονικές συνθήκες, το συγκεκριμένο ηχητικό κράμα των Aspen θα ήταν καταδικασμένο να με συγκινήσει, όμως η υλοποίηση της ιδέας έμοιαζε περισσότερο με ένα κολλάζ ολίγον άτεχνο. Το χειροκρότημα φυσικά το απέσπασαν, καθώς ήταν δυνατοί, ορεξάτοι και κατάφεραν να συντονίσουν μερικά κεφάλια.

pmYBgh

Αφού όργωσαν τα ελληνικά και ευρωπαϊκά φεστιβάλ αυτό το καλοκαίρι, οι Αθηναίοι Lucky Funeral ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν τον τρίτο δίσκο τους, τμήματα του οποίου παρουσίασαν στο live αυτό, αφού πρώτα ζέσταναν το κοινό με τις παλιότερες και πιο γνωστές συνθέσεις τους. Τα νέα κομμάτια έδειχναν μια εξέλιξη του ήχου τους με τον τρόπο που τον έκαναν οι Baroness στο πρόσφατο διπλό άλμπουμ τους (Yellow & Green): προσπάθησαν να περιορίσουν τα τεχνικότερα σημεία και να γκρουβάρουν περισσότερο κατά έναν πιο 70s τρόπο με κάποια ενδιαφέροντα riffs. Δυστυχώς ο περισσότερος κόσμος δεν είχε έρθει (και) για αυτούς και φρόντισε να το δείξει, έτσι οι προσπάθειες του πληθωρικού Mike να τσιγκλήσει όσους κάθονταν να τους παρακολουθήσουν χαλαροί και αμέτοχοι έπεφταν στο κενό. Εξαιτίας αυτού η εμφάνισή τους μπορεί να φάνηκε μάλλον χλιαρή, χωρίς απαραίτητα να είναι κιόλας – σημαντικότατη η αλληλεπίδραση συγκροτήματος-κοινού για τη δημιουργία της κατάλληλης live ατμόσφαιρας.

9VQFoh

Θα είμαι ειλικρινής: παρότι παρακολουθούσα τους Orange Goblin φανατικά από την εποχή που κυκλοφόρησαν τα τέσσερα πρώτα άλμπουμ τους, για απροσδιόριστο λόγο σταμάτησα να ασχολούμαι σε τόση έκταση μαζί τους, ακόμη και όταν άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα για συναυλίες. Για επίσης απροσδιόριστο λόγο, το νέο άλμπουμ τους ανανέωσε την πίστη μου στις δυνατότητες της μπάντας, και η ανακοίνωση της φετινής συναυλίας τους αποτέλεσε ακόμη ισχυρότερη αφορμή για να ξαναβρούν τα παλιότερα άλμπουμ τους μια θέση στο CD player. Στα λιγότερο προσωπικά, η παρουσία στη συναυλία γνωστών και φίλων, αλλά και μιας μάζας αρκετά νεότερων σε ηλικία οπαδών, επιβεβαίωνε αυτό που, εξαιτίας έλλειψης ιδίας εμπειρίας, στο μυαλό μου είχα μόνο ως υπόθεση: οι Orange Goblin διατηρούν τη στόφα του κλασικού συγκροτήματος που μπορεί να κρατήσει τους παλιούς φίλους και να δημιουργήσει νέους. Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για να δω μπροστά μου και το γιατί. Το εκ Βρετανίας κουαρτέτο ήταν σφιχτοδεμένο, πέτυχε ήχο τόσο δυνατό που επέτρεπε οριακά στα ηχεία του Αν να λειτουργούν απρόσκοπτα, και επέλεξε πολλά αγαπημένα κομμάτια στο σετλίστ σε συνδυασμό με κάποια εξαιρετικά από το νέο άλμπουμ.

Dhyb5h

Πρώτα και κύρια όμως, οι Orange Goblin διαθέτουν στις τάξεις τους έναν τεράστιου διαμετρήματος – με όλες τις δυνατές έννοιες – frontman στο πρόσωπο του μουσάτου Ben Ward, έναν τραγουδιστή που, πέρα από τις φωνητικές δυνατότητες, έχει την ικανότητα να παίρνει με το μέρος του το κοινό και να το παρασέρνει στη δίνη των ρυθμών της μπάντας του. Άλλαζε συνεχώς θέση περιφέροντας το τεράστιο σώμα του, με το μάτι στο κοινό και τις γροθιές υψωμένες να το παρακινεί να συμμετέχει στο γλέντι. Φωνακλάς, αστείος, ατσούμπαλος, ωθούσε το γεμάτο Αν σε ένα metal party που θα λάμβανε τέλος μόνο μετά από μιάμιση ώρα. Και ο κόσμος ανταπέδιδε με high five στον Ward, crowd surfing, moshing και μπόλικο headbanging. Συνέβησαν διάφορα περιστατικά άξια αναφοράς επί σκηνής. Το εύρημα της προσθήκης του Seek And Destroy (τι «ποιων»;) στη μέση του Aquatic Fanatic πώρωσε ακόμη περισσότερο το ήδη τρελαμένο κοινό. Δεν παραλήφθηκε ούτε το κλασικό – για τους Έλληνες βέβαια, διότι οι αγγλόφωνοι πάντα θα το βρίσκουν ξεκαρδιστικό – αστείο με την αγγλική γραφή της μπύρας Βεργίνα που κατανάλωνε αφειδώς ο Ben Ward πάνω στη σκηνή, και ενίοτε μοιραζόταν με τις μπροστινές σειρές. Επίσης το encore δεν έγινε με τον κλασικό τρόπο (ευτυχώς, να λέτε), καθώς τα καμαρίνια «παραήταν μακριά», οπότε οι Orange Goblin έφυγαν από τη σκηνή μόνο μία φορά, αφού έκλεισαν οριστικά όλες τις εκκρεμότητες του setlist που είχαν προαποφασίσει και ανάγραφαν στα σχετικά χαρτιά. Και τι encore ήταν αυτό: η τριάδα των Quincy The Pigboy/Death Of Aquarius/Scorpionica απομύζησε τις δυνάμεις και του τελευταίου θαμώνα του Αν. Μπορεί βέβαια ο Ward (ο οποίος φορούσε αμάνικο μπλουζάκι Venom – Welcome To Hell Παρακαλώ) να παίρνει επάνω του ολόκληρο το οπτικό βάρος της συναυλίας, δεν θα πρέπει όμως να παραγνωριστεί όμως η συμβολή του Joe Hoare, από του οποίου την κιθάρα έβγαιναν τα τρομερά riffs των Goblins.

Η CTS, διοργανώτρια της συναυλίας, είχε ετοιμάσει πάρτυ προς τιμήν των Orange Goblin σε κοντινό rock club μετά το τέλος της συναυλίας. Το πρωινό ξύπνημα της επόμενης ημέρας, αλλά και η ευχάριστη κούραση από το live στάθηκαν εμπόδιο στο να ακολουθήσω το πρόγραμμα. Έτσι κι αλλιώς αισθανόμουν πλήρης από το θέαμα που προηγήθηκε, άποψη που σίγουρα θα συμμερίζονταν οι περισσότεροι παριστάμενοι εκείνη την βραδιά. Έφυγα από το Αν με χαμόγελο, αλλά και μετανιωμένος για όλες τις φορές που δεν είχα δει ζωντανά τους Orange Goblin τα προηγούμενα χρόνια.

Μιχάλης Κουρής