cJVerh

Crippled Black Phoenix

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

cJVerh

Αντί προλόγου, ακολουθεί πραγματικός διάλογος με τον διοργανωτή της συναυλίας μετά το τέλος της:
«Πώς σου φάνηκε;», με ρώτησε ο Γιάννης της CTS, προφανώς με την προσδοκία να του δώσω την «σωστή» απάντηση.
(υπό άλλες συνθήκες ίσως απαντούσα «ποιο πράγμα;» ως συνέχεια cult συνομιλίας βγαλμένη από το Φτάσαμεε του Σταύρου Τσιώλη, αλλά το μυαλό αλλού βρισκόταν εκείνη τη στιγμή)
«Τι να λέμε…» αποκρίθηκα, γνέφοντας αποσβολωμένος ακόμη από αυτά που προηγήθηκαν.
«Δεν υπάρχουν λόγια!» υπερθεματίζει ο Γιάννης, αφού έχει πάρει πια το feedback που περίμενε.
«…και η πλάκα είναι πως εγώ πρέπει να βρω κάποια!» (εδώ τον κοιτάζω με υποψία απελπισίας εν όψει του κειμένου που διαβάζετε αυτή τη στιγμή)

Cznaxh

Από τα πολλά live που διοργανώνει η CTS το τελευταίο διάστημα, η εμφάνιση των Crippled Black Phoenix αναμενόταν να ξεχωρίσει: το μοναδικό παραγωγής της που είχε κανονιστεί σε μεγαλύτερο χώρο εκτός 6 D.O.G.S., από μία μπάντα με ανερχόμενη δημοτικότητα, ένα φιλόδοξο νέο album (Mankind: The Crafty Ape), άγνωστο νέο τραγουδιστή (εκτός αν «κλέψατε» παρακολουθώντας τα βίντεο από το secret gig λίγες μέρες πριν, στην Αθήνα θα γίνονταν τα επίσημα αποκαλυπτήρια) και επίσημες υποσχέσεις του αρχηγού Justin Greaves για ιδιαίτερες στιγμές και μεγάλη διάρκεια. Εξαιτίας αυτών, ο κόσμος που γέμισε αξιοπρεπώς το Κύτταρο έμοιαζε να έχει υψηλές προσδοκίες, οι οποίες στο μεγαλύτερό τους μέρος επαληθεύτηκαν με πανηγυρικό τρόπο.
Οι Crippled Black Phoenix ξεκίνησαν χωρίς support την πρώτη εμφάνιση της περιοδείας τους για την προώθηση του νέου άλμπουμ. Από το ξεκίνημα η μπάντα έδειξε καλοπροβαρισμένη και ορεξάτη. Ο νέος τραγουδιστής Matt Simpkin – του οποίου η ομοιότητα με τον μπασίστα τελικά δεν οφειλόταν σε παιχνίδια της τύχης, καθώς αποκαλύφθηκε πως επρόκειτο για σχέση γιου με πατέρα – ανέβηκε στη σκηνή με εμφανές τρακ αλλά εκτελούσε με μία αυτοπεποίθηση τύπου «ξέρω τι μπορώ να κάνω, θα το δείξω κι ό,τι γίνει». Και έστω και αν η αδύνατη σιλουέτα του και ένα κούρεμα που 20 χρόνια πριν θα θεωρούνταν trendy δεν παρείχαν την κατάλληλη οπτική προετοιμασία για ό,τι θα ακολουθούσε, ο Matt κατάφερε ως συνολική εμφάνιση να έρχεται σπανιότατα στο μυαλό των παλιών οπαδών ο αποχωρήσας Joe Volk.
Η συναυλία απαρτίστηκε από δύο διακριτά μέρη, χωρισμένα μεταξύ τους με ένα πεντάλεπτο διάλλειμα. Στο πρώτο μέρος παρουσιάστηκε κατά κύριο λόγο το νέο άλμπουμ συν κάποια παλαιότερα κομμάτια. Το νέο τους άλμπουμ, αν και σχετικά «δύσκολο» στο άκουσμα, τουλάχιστον μέχρι οι ακροάσεις να αποκαλύψουν τις αρετές του, είχε πολλούς υποστηρικτές ανάμεσα στο κοινό και κέρδισε κι άλλους οπαδούς, αφού γενικά αποδόθηκε άψογα από μια μπάντα με αξιοθαύμαστη συνοχή και αξιόλογες μονάδες. Τι κι αν ένας τύπος στα δεξιά της σκηνής τους έβριζε, πιθανότατα υπό την επήρρεια αλκοόλ, πρώτα στα ελληνικά και κατόπιν στα αγγλικά μέχρι να απομακρυνθεί από τους υπεύθυνους του χώρου (και να μην τον ξαναδεί ποτέ κανείς), εκείνοι δεν πτοήθηκαν καθόλου. Καλύτερη στιγμή των νέων κομματιών αποτέλεσε μάλλον το Laying Traps με τον πιασάρικο marching ρυθμό. Ο πολύ καλός για τα δεδομένα του Κυττάρου ήχος μπούκωσε κάπως μετά τα πρώτα πέντε κομμάτια, αφού η ένταση ανέβηκε αισθητά, ευτυχώς όμως τα επίπεδα θορύβου ήταν τουλάχιστον ανεκτά υπό αυτές τις συνθήκες.

WVArz

Όμως αυτό το συγκρότημα που βρισκόταν επάνω στη σκηνή του Κυττάρου και αποθεωνόταν δικαίως από τους φίλους του, αποτελεί το δημιούργημα και το καμάρι του Justin Greaves, και εκείνη η βραδιά άνηκε σχεδόν αποκλειστικά σε εκείνον. Κάτω από το άγριο μούσι του βρίσκεται μια συμπαθέστατη προσωπικότητα, χωρίς περιττά ροκσταριλίκια που να προέρχονται από την ολοένα αυξανόμενη επιτυχία του συγκροτήματός του, και, αφήνοντας την επαναστατική χροιά της μουσικής του να μιλήσει μόνη της χωρίς να την προωθεί απροκάλυπτα μέσα από τους λόγους του, κέρδισε περισσότερους φίλους στο live. Η στιγμή του όμως, παρά την δίκαιη αποθέωση, δεν είχε φτάσει ακόμη. Μετά από την επικών διαστάσεων διασκευή στο Of A Lifetime των Journey (από το πρώτο τους άλμπουμ, πριν την εποχή των τεράστιων πωλήσεων), όπου ξεχώρισαν τα 70s φωνητικά της Miriam Wolf και τα riffs που έβγαιναν από την lead κιθάρα του, μικρού μόνο στο μάτι, Karl Demata, και το post-rock κλείσιμο της πρώτης ενότητας με το 444, χρειάστηκε ένα πεντάλεπτο διάλλειμα για να πάρει φωτιά η συναυλία. Η επόμενη μιάμιση ώρα ήταν γεμάτη highlights. Από το Troublemaker, το πρώτο τραγούδι που είπε ποτέ ο Simpkin ως μέλος των CPB, και έπειτα, η μπάντα και ο κόσμος πλησίασαν όσο γινόταν πιο κοντά – όχι μόνο μεταφορικά. Πριν από το We Forgotten Who We Are ένας οπαδός ανέβηκε στη σκηνή, και αφού φίλησε τον Greaves (στο μάγουλο, πονηρούληδες) έπεσε στο κοινό με ένα μεγαλειώδες άλμα, το οποίο από την πλευρά που το είδα μάλλον δεν τον έφερε ακριβώς στα χέρια του κοινού…Αμέσως μετά από το κατά τον Greaves «hit» τους, ακολούθησε το άλλο hit, το έντονα PinkFloydίζον Rise Up And Fight, το οποίο ως σύνθημα κοσμούσε το backdrop της συναυλίας από την αρχή της, και με τους κατάλληλους συνειρμούς εξαιτίας της δύσκολης εποχής μας λειτούργησε εξυψωτικά για το κοινό. Έπρεπε όμως να φτάσει το Burnt Reynolds για την κορυφαία στιγμή της συναυλίας, εκεί όπου ο Greaves, βλέποντας την καθολική συμμετοχή του κόσμου στη συνοδεία του χορωδιακού ρεφρέν, πήρε την κιθάρα του και κατέβηκε στην αρένα για να τραγουδήσει και να φωνάξει μαζί του εκστατικά, σε μία σκηνή που θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη όσων βρίσκονταν εκεί. Για κάποιες τέτοιες στιγμές υποθέτω πως πρέπει να ζουν και να αναπνέουν όσοι αποφάσισαν να φτιάχνουν μουσική και να την παρουσιάζουν μπροστά σε κοινό. Η διασκευή στο Bella Ciao σε medley με το El Pueblo Unido Jamás Será Vencido μπορεί να ήταν προφανής και να μην χρειαζόταν ακριβώς, αλλά είχε κάποιο νόημα παρουσιαζόμενη ως «punk από τη δεκαετία του 1940» με το επαναστατικό μήνυμά της, ο κόσμος άλλωστε συμμετείχε τα δέοντα και δεν έδειχνε να συμμερίζεται τους προβληματισμούς μου.
Το κλείσιμο με την εκθαμβωτική εκτέλεση του εικοσάλεπτου Time of Ye Life / Born For Nothing / Paranoid Arm of Narcoleptic Empire με έκανε να συνειδητοποιήσω πως πέρασαν δύο ώρες και πενήντα λεπτά από την πιο εντυπωσιακή συναυλία της φετινής σεζόν μέχρι τώρα. Μια συναυλία που σίγουρα θα μνημονεύεται και από το ίδιο το συγκρότημα ως μέτρο σύγκρισης για την αλληλεπίδραση κοινού και μουσικών στις μελλοντικές του αναφορές. 

Μιχάλης Κουρής